Eastern Orthodox Church of Annunciation of the Mother of God in Dublin, Ireland



irelandf fff

Eastern Orthodox Church

of Annunciation of the Mother of God

in Dublin, Ireland

Arbour Hill, Dublin 7, Ireland

Click HERE


Ο Άγιος Μοχούντα (St Mochuda) του Lismore Ιρλανδίας (+639) ακολουθεί στην παιδική του ηλικία τον Επίσκοπο και τους Ιερείς στη Μονή του Tuaim



Ο Άγιος Μοχούντα (St Mochuda / St Carthach the Younger)

του Lismore Ιρλανδίας (+639) ακολουθεί στην παιδική του ηλικία

τον Επίσκοπο και τους Ιερείς στη Μονή του Tuaim





Μία ημέρα καθώς ο Άγιος Μοχούντα (Άγιος Καρθάχ) [St Mochuda / St Carthach] του Lismore της Ιρλανδίας (+639) πρόσεχε το κοπάδι του όπως συνήθως κοντά στο ποτάμι, άκουσε τον Επίσκοπο και τους Ιερείς του να περνάνε από εκεί, ψέλνοντας καθώς πορευόντουσαν. Το Πνεύμα του Θεού άγγιξε την καρδιά του παιδιού και αφήνοντας τα γουρούνια του ο Άγιος Μοχούντα (St Mochuda) ακολούθησε την πομπή μέχρι το Μοναστήρι που ονομαζόταν Tuaim (Druim Fertain) μέσα στο οποίο μπήκαν οι Ιερείς. Και καθώς ο Επίσκοπος και οι υπόλοιποι κάθισαν για να φάνε, ο Άγιος Μοχούντα (St Mochuda), άγνωστος σε αυτούς, κρύφτηκε στην σκιά της πόρτας του μοναστηριού.

Την ίδια στιγμή ο βασιλιάς, ονόματι Maoltuile, προβληματιζόταν για το παιδί, παρατηρώντας την απουσία του (από την κατοικία του στο Achaddi) εκείνο το απόγευμα και δεν ήξερε τον λόγο της απουσίας του. Έστειλε αμέσως αγγελιοφόρους για να ψάξουν τον νέο σε όλη τη χώρα και ένας από αυτούς τον βρήκε να κάθετε στην πόρτα του μοναστηριού. Ο αγγελιοφόρος πήρε τον Άγιο Μοχούντα (St Mochuda) μαζί του πίσω στον βασιλιά.

Ο βασιλιάς τον ρώτησε: “Παιδί μου, γιατί έφυγες με αυτόν τον τρόπο;”.

Ο Άγιος Μοχούντα (St Mochuda) απάντησε: “Κύριε, αυτός είναι ο λόγος που έφυγα μακριά. Με προσέλκυσαν οι άγιοι Ψαλμοί του Επισκόπου και των Ιερέων. Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τόσο όμορφο σαν αυτό. Οι Ιερείς έψελναν σε όλη τη διαδρομή μπροστά μου. Έψελναν μέχρι που έφτασαν στο Μοναστήρι και συνέχισαν να ψέλνουν μέχρι να πάνε για ύπνο. Όμως ο Επίσκοπος έμεινε όλη τη νύχτα ξάγρυπνος και προσευχόμενος ενώ όλοι οι άλλοι είχαν κοιμηθεί. Και εύχομαι, βασιλιά μου, να μάθω απ᾽ έξω τους Ψαλμούς τους και τις τελετουργίες τους”.

Ακούγοντας το αυτό ο βασιλιάς αμέσως έστειλε ένα μήνυμα στον Επίσκοπο ζητώντας του να έρθει να τον δει.

A Letter to the Soldiers of Coroticus – Saint Patrick of Ireland (+461)



A Letter to the Soldiers of Coroticus


Saint Patrick of Ireland (+461)

Part I


I am Patrick, yes a sinner and indeed untaught; yet I am established here in Ireland where I profess myself bishop. I am certain in my heart that “all that I am,” I have received from God. So I live among barbarous tribes, a stranger and exile for the love of God. He himself testifies that this is so. I never would have wanted these harsh words to spill from my mouth; I am not in the habit of speaking so sharply. Yet now I am driven by the zeal of God, Christ’s truth has aroused me. I speak out too for love of my neighbors who are my only sons; for them I gave up my home country, my parents and even pushing my own life to the brink of death. If I have any worth, it is to live my life for God so as to teach these peoples; even though some of them still look down on me. I Cor. 15:10 Phil. 2:30


I myself have composed and written these words with my own hand, so that they can be given and handed over, then sent swiftly to the soldiers of Coroticus. I am not addressing my own people, nor my fellow citizens of the holy Romans, but those who are now become citizens of demons by reason of their evil works. They have chosen, by their hostile deeds, to live in death; comrades of the Scotti and Picts and of all who behave like apostates, bloody men who have steeped themselves in the blood of innocent Christians. The very same people I have begotten for God; their number beyond count, I myself confirmed them in Christ.


The very next day after my new converts, dressed all in white, were anointed with chrism, even as it was still gleaming upon their foreheads, they were cruelly cut down and killed by the swords of these same devilish men. At once I sent a good priest with a letter. I could trust him, for I had taught him from his boyhood. He went, accompanied by other priests, to see if we might claw something back from all the looting, most important, the baptized captives whom they had seized. Yet all they did was to laugh in our faces at the mere mention of their prisoners.


Because of all this, I am at a loss to know whether to weep more for those they killed or those that are captured: or indeed for these men themselves whom the devil has taken fast for his slaves. In truth, they will bind themselves alongside him in the pains of the everlasting pit: for “he who sins is a slave already” and is to be called “son of the devil.” Jn. 8:34, 44 (O.L.)


Because of this, let every God-fearing man mark well that to me they are Continue reading “A Letter to the Soldiers of Coroticus – Saint Patrick of Ireland (+461)”